Ο Σταύρος Χριστοδούλου πιάνει το νήμα ανάποδα.
Μια λογοτεχνική βραδιά για τα δέκα χρόνια από την κυκλοφορία του πρώτου του βιβλίου, γίνεται αφορμή να ξαναδεί συνολικά τη διαδρομή του, από το «Hotel National» στο «Έξι Λεπτά Ακόμα», έχοντας πάντοτε την ίδια αγωνία: να αφήνει στον αναγνώστη κάτι περισσότερο από την ιστορία που αφηγείται.
Το 2016, όταν κυκλοφορούσε το «Hotel National», η σχέση του Σταύρου Χριστοδούλου με τη λογοτεχνία είχε ήδη ξεκινήσει, όχι όμως με την προοπτική μιας συγγραφικής πορείας. Προέκυψε αβίαστα ως μια εσωτερική ανάγκη καταγραφής και αφήγησης. Κι όσο έκανε επαφές με εκδοτικούς οίκους, στη δύσκολη εποχή της οικονομικής κρίσης, είχε ξεκινήσει να ερευνά την επόμενη ιστορία του. Και μόλις παρέδωσε το χειρόγραφο στις εκδόσεις Καλέντη -τον πρώτο του εκδοτικό οίκο- άρχισε να γράφει ξανά. Έκτοτε, η πορεία του εξελίχθηκε σε μια σταθερή και αδιάκοπη σχέση με τη λογοτεχνία. Το δεύτερο βιβλίο του, το μυθιστόρημα «Τη μέρα που πάγωσε ο ποταμός» (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2018), τιμήθηκε με το Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUPL) 2020 και με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος της Κύπρου. Ακολούθησε το «Τρεις σκάλες Ιστορία», που ήταν υποψήφιο στα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας και αναμένεται να ‘ζωντανέψει’ στη μεγάλη οθόνη, στη συνέχεια το «Μαύρο Φλαμίνγκο» και το πιο πρόσφατο «Έξι λεπτά ακόμα». Και συνεχίζει. Με τη μοναδική πειθαρχία, την επιμονή και την αφοσίωση που τον χαρακτηρίζουν. Αυτή τη φορά σ’ ένα καινούριο συγγραφικό ταξίδι, που τον οδηγεί ξανά στην Κύπρο και την Πράσινη Γραμμή.

–Συζητούσαμε προηγουμένως ότι υπάρχει κακή λογοτεχνία με εξαιρετική αφηγηματική ροή… Ακριβώς γιατί το ζητούμενο δεν είναι να πω μια ιστορία που να κρατήσει το ενδιαφέρον. Χρειάζεται κάτι περισσότερο, κι αυτό δεν μπορεί να είναι μόνο η συγγραφική πρόθεση. Ούτε η φόρμα, ούτε το στιλιζάρισμα, αυτά νομίζω πιο πολύ αφορούν τους συγγραφείς, το συνάφι. Αυτό που αφορά τον αναγνώστη είναι να κρατήσει μέχρι το τέλος στα χέρια του το βιβλίο που θα ανοίξει και όταν τελειώσει να πει «ξέρεις άξιζε τον κόπο». Ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Είτε γιατί μιλάμε για ένα βιβλίο πάρα πολύ δύσκολο με την έννοια της φόρμας και του βάθους του ή για ένα βιβλίο το οποίο είναι πιο εύκολο, αλλά τελικά έχει μια επίγευση που νιώθεις ότι σε αφορά.
–Αλήθεια, τους θυμάσαι τους χαρακτήρες σου; Τους αναπολείς; Με εξαίρεση το «Τρεις Σκάλες Ιστορία», που το ξέρω σελίδα – σελίδα και νομίζω δεν είναι καθόλου τυχαίο που έχω ένα διαφορετικό δέσιμο με αυτό. Κατά τ’ άλλα με το που παραδίδω ένα βιβλίο, το αφήνω πίσω μου και πάω στο επόμενο. Αποτέλεσμα είναι να ξεχνάω πολλά βασικά πράγματα. Σκέψου πως το «Hotel National», από τότε που κυκλοφόρησε, το διάβασα για πρώτη φορά φέτος. Δεν θυμόμουν το επίθετο του κεντρικού ήρωα.
–Και τα βραβεία που σου απονεμήθηκαν; Βοήθησαν; Τα βραβεία με βοήθησαν ναι, κι εμένα και τις πωλήσεις και το ενδιαφέρον για τις μεταφράσεις τους. Άρα δεν θα σου πω ότι είμαι αποστασιοποιημένος και δεν με νοιάζει ένα βραβείο, αλλά την ίδια ώρα σε καμία περίπτωση δεν θα γράψω ένα βιβλίο για να αρέσει σε μια επιτροπή. Όποιος πει λοιπόν -πλην ελαχίστων εξαιρέσεων που τα έχουν αρνηθεί και μπράβο τους- ότι δεν νοιάζεται για τα βραβεία, νομίζω λέει ψέματα. Έζησα, εξάλλου, όχι μόνο απογοήτευση αλλά και τον μεγάλο θυμό για τον τρομακτικό τρόπο με τον οποίο το κράτος διαχειρίστηκε το θέμα των κρατικών βραβείων. Μιλώ για το τι έγινε τα τελευταία δυο χρόνια με κορυφαίο το περσινό, που ο πρόεδρος της επιτροπής ουσιαστικά απαξίωσε, ακύρωσε βραβευθέντα δημιουργό. Απίστευτα πράγματα, που δείχνουν την επιπολαιότητα με την οποία προσεγγίζεται το θέμα του πολιτισμού και του βιβλίου από το κράτος. Φέτος διαβεβαιώνουν ότι θα δοθεί η απαραίτητη σοβαρότητα με μια άλλη επιτροπή και μακάρι να γίνει.
–Τι να περιμένουμε στο επόμενο βιβλίο σου; Επιστρέφω ξανά στην Κύπρο γράφοντας το βιβλίο με τίτλο «Νεκρή Ζώνη», τοποθετώντας την ιστορία ακριβώς πάνω στην πράσινη γραμμή, με ήρωα έναν παρενδυτικό. Αυτό που πραγματεύομαι είναι έναν άνθρωπο ο οποίος ισορροπεί, μετεωρίζεται σε σχέση με τη σεξουαλικότητά του, σε έναν τόπο που είναι μοιρασμένος και κρέμεται από μια λεπτή πράσινη γραμμή. Μετά το «Τρεις Σκάλες Ιστορία», είναι η πρώτη φορά που ασχολούμαι με ένα αμιγώς κυπριακό θέμα, επιστρέφοντας σε μια θεματολογία που έχει να κάνει με τον τόπο, ξεκινώντας από τη δεκαετία του ’50 και τελειώνοντας το ’80 και νιώθω ότι με αφορά πολύ. Το κάνω με πολύ ενθουσιασμό αφενός και με άλλη ενέργεια.
- INFO: «Από το Hotel National στο Έξι Λεπτά Ακόμα», σε επιμέλεια Σάββα Χριστοδουλίδη. Τετάρτη 10 Ιουνίου, 7μ.μ. Ξενοδοχείο Amyth of Nicosia, Λευκωσία εντός των τειχών.

