Έξι λεπτά ακόμα

Συγγραφέας: Σταύρος Χριστοδούλου

ISBN: 978-960-03-7434-6

Σκληρό εξώφυλλο

Σελ. 232
Ημ. Κυκλοφορίας: 3 Noεμβρίου 2025
Εκδόσεις: Καστανιώτη

Category: Product ID: 2356

Description

Η Μαρία Σαντά, παλιά ηθοποιός, που το άστρο της έλαμψε στις μελό ταινίες της δεκαετίας του 1950, βρίσκεται νεκρή στην Εθνική Πινακοθήκη, απέναντι από το νεανικό της πορτρέτο.

Έξι λεπτά προτού αφήσει την τελευταία της πνοή ανατρέχει σε όλα όσα τη σημάδεψαν: την ερωτική παρόρμηση που την οδήγησε στη Ρώμη, το κυνήγι του ονείρου στα στούντιο της Τσινετσιτά, τις σκληρές διαψεύσεις και τις απώλειες, την επιστροφή στην Ελλάδα, τις αποτυχημένες καλλιτεχνικές απόπειρες και τη δικαίωση στον ρόλο μιας ιδανικής ηρωίδας του Τεννεσή Ουίλιαμς. Κάτω από αυτές τις συνθήκες οδηγείται εντέλει στο μοιραίο λάθος: να μπερδέψει το θέατρο με την αληθινή ζωή. Η εμφάνιση ενός φιλόδοξου νεαρού εραστή θα σπάσει το κέλυφος της οικειοθελούς απομόνωσής της, προετοιμάζοντας το έδαφος για μια ανατρεπτική έξοδο της ίδιας από τη σκηνή. Καθώς πέφτουν οι τίτλοι τέλους, το ερώτημα που αιωρείται είναι εάν πρόκειται όντως για φυσικό θάνατο.

Ένα μυθιστόρημα που επιχειρεί να φωτίσει τις πολλαπλές όψεις του ψυχισμού μιας γυναίκας σημαδεμένης από μια τραγική όσο και θεία αφέλεια. Ένας μονόλογος ζωής, που ισορροπεί ανάμεσα στη μοναξιά και τη ματαιοδοξία, στο πάθος και τη ματαίωση.

Κριτικές

Βραβευμένος με το Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (European Union Prize for Literature) για το 2020, ο Σταύρος Χριστοδούλου επανέρχεται με ένα μυθιστόρημα που στηρίζεται στη συμπύκνωση του χρόνου και στην καθαρή, επίμονη προσήλωση στη φωνή της κεντρικής ηρωίδας του, για να καταθέσει έναν καταιγιστικό απολογισμό ζωής. Στο νέο του μυθιστόρημα η πρωταγωνίστρια, πρώην σταρ του λαϊκού κινηματογράφου, έξι λεπτά προτού αφήσει την τελευταία της πνοή ξετυλίγει μια ολόκληρη διαδρομή, από τα χρόνια της ανόδου μέχρι την παρακμή και την απομόνωση. Έξι λεπτά πριν τελειώσει για πάντα ο χρόνος – και η επιλογή του χρονικού αυτού πλαισίου δεν αποτελεί ένα εύρημα που σκοπεύει να εντυπωσιάσει, αλλά γίνεται ο τρόπος με τον οποίον ο Χριστοδούλου περιορίζει τον χρόνο και απελευθερώνει την εσωτερική διεργασία ενός ανθρώπου που ξέρει πως η ζωή του τελειώνει και επιδίδεται στην αποτίμησή της. Με αυτόν τον τρόπο, ο συγγραφέας απελευθερώνει τη μνήμη για να αναφανούν οι ενοχές και οι επιθυμίες, η αίσθηση δικαίου αλλά και η συνειδητοποίηση των επιλογών της ζωής. Το αποτέλεσμα είναι ένα κείμενο που διαβάζεται με αμείωτη ένταση και καταγράφει τον τρόπο με τον οποίο τα γεγονότα εγγράφονται στη συνείδηση ενός ανθρώπου για πάντα.

Η ηρωίδα του βιβλίου είναι πρώην σταρ του λαϊκού κινηματογράφου. Ο συγγραφέας παρακολουθεί τα συναισθήματά της και την πορεία της, από τα πρώτα της βήματα μέχρι τα τελευταία, τα όνειρα, τις προσδοκίες και τις διαψεύσεις που βίωσε, τον έρωτα που τη σημάδεψε, την εποχή που τη δημιούργησε. Παράλληλα, χειρίζεται με ευαισθησία τις αντιφάσεις της προσωπικότητάς της. Η αφήγηση επικεντρώνεται σε μια γυναίκα με φιλοδοξίες τις οποίες δεν κρύβει, ούτε ωραιοποιεί την ανάγκη που νιώθει για αναγνώριση, τη δίψα της να φτάσει ψηλά, τις απογοητεύσεις που τη σημάδεψαν. Η μεγάλη πορεία από τα γυρίσματα στην Ιταλία μέχρι τις απόπειρες επανεμφάνισης στη χώρα της δεν παρουσιάζεται ως απλό χρονικό καριέρας, αλλά ως εσωτερική διαδρομή ενός ανθρώπου που πίστεψε ότι μπορεί να ζήσει σύμφωνα με τους κανόνες της σκηνής και όχι της πραγματικότητας. Με δεξιοτεχνία ο Χριστοδούλου δημιουργεί μια μυθιστορηματική πρωταγωνίστρια που βρίσκεται απέναντι από το νεανικό της πορτρέτο και λογοδοτεί για τα όνειρα και τα λάθη της με αμεσότητα, σαφήνεια και κυρίως ειλικρίνεια.

Η Μαρία Σαντά έχει έξι λεπτά ακόμα για να αναβιώσει η μνήμη της τις διαδρομές της ζωής της, ένα αυστηρό χρονικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο αναπτύσσεται ένας καθαρός μονόλογος που παρουσιάζει τη Μαρία από την Ιταλία μέχρι την επανεμφάνισή της στην Ελλάδα. Το επαγγελματικό ταξίδι λειτουργεί ως πεδίο όπου αποτυπώνονται η πειθαρχία, οι μηχανισμοί προβολής, οι σιωπές που απαιτεί η επιτυχία, οι μικρές υποχωρήσεις που συσσωρεύονται.
Παράλληλα, συστήνει στον αναγνώστη την οικογένεια της Μαρίας και τις σχέσεις της με τους δικούς της, που την καθόρισαν. Ο πατέρας, η μητέρα και η θεία δεν παρουσιάζονται ως απλές αναμνήσεις, αλλά ως ο πυρήνας διαμόρφωσής της. Είναι ο καμβάς πάνω στον οποίο φιλοτεχνείται η κεντρική τάση της Μαρίας προς την υπέρβαση των ορίων της, καθώς και η δυσκολία της να δεχτεί τον χρόνο, την απώλεια και τη μεταβολή της θέσης της στον δημόσιο χώρο.

Η Μαρία Σαντά αντιμετωπίζει το παρελθόν της με διαφορετικό συναίσθημα κάθε φορά. Υπάρχουν στιγμές αυτοπεποίθησης και στιγμές αυστηρής αυτοκριτικής. Αυτή η εναλλαγή είναι στοιχείο του χαρακτήρα της. Η ηρωίδα δεν διεκδικεί τη θέση του αθώου προσώπου που παρασύρθηκε από τις περιστάσεις. Αντιθέτως, με σαφήνεια διαφαίνεται η επιθυμία της για επιτυχία, η ανάγκη της για αναγνώριση, η προσκόλληση στην εικόνα της, οι παραχωρήσεις που επέλεξε να κάνει, οι σχέσεις που βίωσε, οι αυταπάτες που συντήρησε, οι διαψεύσεις που ένιωσε. Ο εξομολογητικός χαρακτήρας του μυθιστορήματος δίνει στην προσωπική της ιστορία ένα ιδιαίτερο ηθικό βάρος, επειδή δεν εκβιάζει τη συγκίνηση και, κυρίως, επειδή δεν επιζητά επιείκεια, απλώς αναδεικνύει την προσωπικότητα της Μαρίας Σαντά μέσα από ένα καλά φιλοτεχνημένο ψυχογραφικό πορτρέτο. Ο Χριστοδούλου σκάβει βαθιά στην ψυχή της και φέρνει στην επιφάνεια τα πιο μύχια συναισθήματά της, για να καταγράψει με ενάργεια και απόλυτη ακρίβεια τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς της.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά στην αφήγηση η σχέση της ηρωίδας με τον νεότερο άντρα. Ο έρωτας αυτός είναι ο παράγοντας που διαταράσσει μια ήδη εύθραυστη ισορροπία και αναγκάζει την ηρωίδα να αναμετρηθεί εκ νέου με τα όριά της.

Για μια ακόμη φορά η γραφή του Χριστοδούλου έχει καθαρότητα, δημοσιογραφική εγρήγορση και, ταυτόχρονα, λογοτεχνική και γλωσσική αισθητική. Η αφήγηση επιμένει στην ψυχολογική αναμέτρηση της ηρωίδας με τον ίδιο της τον εαυτό και αφήνει να αναφανούν η σκληρότητα του ανταγωνισμού, η εξάρτηση από βλέμματα και αποφάσεις άλλων, η αγωνία της διατήρησης μιας εικόνας που έχει ημερομηνία λήξης, όλα όσα δηλαδή ταλανίζουν μια γυναίκα με την προσωπική φιλοδοξία να εκπληρώσει τα όνειρά της και μάλιστα στον καλλιτεχνικό χώρο. Η επιστροφή της στην Ελλάδα και οι απόπειρες επανεμφάνισης στο καλλιτεχνικό γίγνεσθαι της εποχής συνιστούν μια επώδυνη διαδικασία απογύμνωσης, όπου η ηρωίδα καλείται να αντικρίσει και επομένως να αντιμετωπίσει ό,τι απέμεινε από το κοινωνικό, καλλιτεχνικό και, κυρίως, από το υπαρκτικό της αποτύπωμα. Σταδιακά, η Μαρία Σαντά αδυνατεί να ξεχωρίσει πλήρως τον ρόλο από τον εαυτό της και έτσι ο τελευταίος απολογισμός μετατρέπεται σε προσωπική εξιλέωση.

Ένα μυθιστόρημα για την αυταπάτη της λάμψης, για το τίμημα της φιλοδοξίας, για τις απώλειες και τη σταδιακή φθορά, αλλά και για τη δύναμη των ονείρων να διαψεύδουν και να διαψεύδονται, γραμμένο από έναν συγγραφέα που χειρίζεται με ακρίβεια την ψυχογραφία, αποφεύγει τις εύκολες συγκινήσεις και οδηγεί την αφηγηματική φωνή σε έναν απολογισμό αιχμηρό και γι’ αυτό τόσο ουσιαστικό.

Το “Έξι λεπτά ακόμα” γεννήθηκε από μιαν ανάμνηση που κουβαλώ μέσα μου κοντά είκοσι πέντε χρόνια τώρα: την εικόνα μιας ηλικιωμένης γυναίκας, να κάθεται σε ένα καφέ του Κολονακίου, σιωπηλή και ακίνητη, φορώντας μαύρα γυαλιά ηλίου. Τότε, αναρωτιόμουν: “Tι να σκέφτεται άραγε, ενώ βρίσκεται βυθισμένη στον κόσμο της;”».

Αλλά και αν δεν υπήρχε το έναυσμα της υπαρκτής πηγής έμπνευσης, όπως το μοιράζεται μαζί μας ο Σταύρος Χριστοδούλου στο Σημείωμά του, που με γραμματολογικές επεξηγήσεις επιτάσσεται του μυθιστορήματος, του πέμπτου της καταξιωμένης συγκομιδής του στο εξόχως απαιτητικό είδος της λογοτεχνικής γραφής, είναι βέβαιο ότι το πηγαίο συγγραφικό δαιμόνιο της ευφάνταστης ευρηματικότητάς του θα πυροδοτούσε το μυθοπλαστικό νήμα της παρούσας αριστοτεχνικής πλοκής.

Κεντρική του ηρωίδα μια ηθοποιός στα τέλη της δεκαετίας του 1950, ήτοι λίγα χρόνια μετά την έναρξη της λεγόμενης «Χρυσής Εποχής» του Ελληνικού Κινηματογράφου (1955-1973), η πολυκύμαντη ιστορία της οποίας θα μπορούσε να αποτελέσει το καλοστημένο σενάριο ενδιαφέρουσας τηλεοπτικής σειράς. Αυτή την αίσθηση της υποβλητικής παραστατικότητας και της σκηνικής θέασης αποκομίζει ο αναγνώστης, καθηλωμένος απνευστί στις 229 πυρετώδεις σελίδες του βιβλίου, που συγκροτεί η εκφραστική δεινότητα της γοητευτικής ρέουσας αφήγησης και της εύληπτης χαρακτηρολογικής ψυχογραφίας.

Τα περιπετειώδη δρώμενα της εναλλασσόμενης σκηνογραφίας μεταξύ της Ελλαδικής και της Ιταλικής πρωτεύουσας δεν αναδεικνύουν μόνο τη σύγκριση μεταξύ της κοσμοπολίτικης κινηματογραφούπολης και της κατά πολύ μικρότερου βεληνεκούς κινηματογραφίας, όπως και τις σημαντικές πτυχές της ιστορίας της Ελληνικής παραστασιακής δραματουργίας, αναβιώνοντας μνημειώδη έργα, εμβληματικές μορφές και διακεκριμένους  συντελεστές της. Αποτυπώνουν, κυρίως, συνθήκες του μικροαστικού οικογενειακού βίου, ήθη και νοοτροπίες ανθρώπων της συντηρητικής Αθηναϊκής κοινωνίας τη μεταβατική εκείνη περίοδο, που έμφορτα μεταφέρει τα βιωματικά τραύματα του Μικρασιατικού προσφυγισμού και της Γερμανικής Κατοχής στη μετεμφυλιακή Ελλάδα παραμονές της άλλης μεγάλης πληγής, της χουντικής επταετίας.

Η προβολή της μυθιστορηματικής συνέχειας μέχρι τους σημερινούς καιρούς υπό την πολυεστιακή οπτική μιας αληθοφανούς πειστικής πραγματικότητας εντείνει την εξελικτική κορύφωση της δράσης, διευρύνοντας τη χρονική έκταση των γεγονότων και εμβαθύνοντας μέσα από φωτοσκιάσεις αναδρομικών συνειρμών στην επεισοδιακή πορεία μιας απρόσμενης επώδυνης έκβασης με προδιαγραφές αστυνομικού θρίλερ, που επιχωριάζουν στα μυθιστορήματα του Χριστοδούλου.

Εμφατικό το τωρινό μήνυμα στις προεκτάσεις των πολυεδρικών εκδοχών και των απομυθοποιητικών τους εκφάνσεων: από το επίδοξο θεατρικό σανίδι και τον κινηματογραφικό προβολέα των λαμπρότερων ή διαττόντων αστέρων στο θέατρο της ζωής, των υπαρξιακών αναζητήσεων και των συγκυριακών επιλογών, των κατακτήσεων και των ματαιώσεων έως το αναπόδραστο τέλος, κατά τη Σαιξπηρική αποφθεγματική ταυτολογία «όλος ο κόσμος μια σκηνή».

Πολλαπλοί οι τρόποι της δομικής συνάρθρωσης, ενδεικτικό επίσης γνώρισμα επινοητικής μέθεξης στην απόδοση των συμφραζομένων πληθωρικών σημάνσεων με τα σημαίνοντα ενός μορφολογικού φάσματος. Προτάσσεται, κατ’ αρχήν, η δημοσιογραφική είδηση του ανεξιχνίαστου εισέτι θανάτου της 87χρονης ηθοποιού και παρατίθενται οι κομβικοί σταθμοί της αποσπασματικής της σταδιοδρομίας εν είδει επαγγελματικού βιογραφικού.

Προϊδεασμός που δεν αποδυναμώνει, αλλά απεναντίας εξάπτει την αναγνωστική περιέργεια, τοσούτω μάλλον όταν πρόκειται για ηθοποιούς, τις δαιδαλώδεις καμπές, τις δύσκαμπτες διαδρομές της ζωής και τα ακριβή αίτια της κατάληξής τους. Οι ενδοσκοπικοί μονόλογοι του απολογισμού της Μαρίας Σαντά στα «Έξι λεπτά ακόμα» επιστεγάζονται από τους προσδιοριστικούς τίτλους ώρας και χωροχρόνου των αντίστοιχων κεφαλαίων, τουτέστιν από τις 16:32΄ μέχρι τις 16:37΄ της 8ης Σεπτεμβρίου 2023 στην Εθνική Πινακοθήκη, όπου βρέθηκε νεκρή.

Στα αφηγηματικά εκτενέστερα μέρη ζωντανεύουν σκηνές και στιγμιότυπα στην Αθήνα των δύσκολων εφηβικών και νεανικών της χρόνων λόγω της απορριπτικής αντίδρασης του πατέρα της να γίνει «αρτίστα», του πρωταγωνιστικού ρόλου στο κινηματογραφικό της ντεμπούτο, του κεραυνοβόλου έρωτα με τον πλούσιο Ιταλό έμπορο κοσμημάτων και του πολυτελούς έγγαμου βίου της στη Ρώμη, των αποτυχημένων προσπαθειών να πραγματοποιήσει τον στόχο της σε υπερπαραγωγές της Τσινετσιτά και του επαναπατρισμού της μετά τις απογοητεύσεις και τον θάνατο του συζύγου της. Αμετάκλητη η απόφασή της να ζήσει απομονωμένη στο διαμέρισμά της στο Κολωνάκι, επιζητώντας μόνο την παρέα ενός νεαρού ταξιτζή ως θεατή των αυτοσχέδιων φαντασιακών της παραστάσεων υποδυόμενη ανεκπλήρωτους επί σκηνής ρόλους του κλασικού δραματολογίου.

Η μυθιστορηματική πρωτοπρόσωπη είτε τριτοπρόσωπη αφήγηση στη συνεκτική της ροή ευστόχως επιτυγχάνεται μέσα από κατατοπιστικές αναδιηγήσεις αισθαντικής προφορικότητας, την αμεσότητα ζωηρών διαλόγων και παρένθετων συνομιλιών, τη συμπερίληψη της εγκιβωτισμένης εκτενούς ιστορίας τής μελό ταινίας, όπου πρωταγωνίστησε η νεαρή Μαρία αποφοιτώντας από τη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και τις επιστολές των περιγραφικών της συναισθημάτων από τη Ρώμη στην αγαπημένη της θεία, ονομαστή μοδίστρα του Εθνικού, και από την Αθήνα στην πιστή της φίλη στη Ρώμη.

Αξιόλογες, επί πλέον, οι  αναφορές, που αποπνέουν τη νοσταλγική ατμόσφαιρα της εποχής με τον τότε  θεατρικό και εικαστικό κόσμο των ιερών τεράτων στο πολιτισμικό προσκήνιο, όπως την Παξινού, την Κυβέλη, τον Μινωτή και τον Ροντήρη, που εγκαινίασε τον θεσμό του Φεστιβάλ Επιδαύρου με τον Αλεξανδράκη στον ρόλο του Ιππόλυτου, καθώς και τον πρωτοποριακό ζωγράφο Σπύρο Βασιλείου, ο οποίος φιλοτεχνεί εδώ το «άτιτλο» πορτραίτο της Μαρίας Σαντά ή με την παρονομασία «Santa Maria», όπως τιτλοφορήθηκε αργότερα πρωτοσέλιδό της σε Ιταλικό περιοδικό.

Την εξωτερική σκηνογραφία χαρτογραφούν πολυσύχναστοι δρόμοι, γραφικές τοποθεσίες και δρομολόγια κοντινών έως μακρινότερων αποστάσεων, ιστορικά δημόσια κτήρια, παλιά ζαχαροπλαστεία και κοσμικά εστιατόρια στις δύο εν λόγω πρωτεύουσες, μια αξιοθαύμαστη επιτόπια έρευνα του συγγραφέως-περιηγητή.

Πέραν όμως των όποιων ποικιλότροπων έντεχνων μέσων που συναρμόζουν τους δομικούς μυθιστορηματικούς άξονες, τον έμψυχο πυρήνα τους  συνιστούν οι ζωντανοί χαρακτήρες, καθώς ο έμπειρος και βραβευμένος μυθιστοριογράφος ξέρει να πλάθει την εγγενή ουσία του ψυχισμού τους, των συμπεριφορικών εκδηλώσεων και των συγκρουσιακών τους σχέσεων σε μια γκρο πλαν πανοραμική ακτινογραφία.

Ιδού η ετερόκλητη προσφυγική οικογένεια τής επί κυριολεξίας και μεταφοράς ηρωίδας: ο δοσίλογος της Κατοχής άξεστος μπακάλης πατέρας, η πειθήνια της τρομοκρατικής σιωπής μάνα της, στον αντίποδα η κοινωνική δίδυμη αδελφή της και η καλλιεργημένη εξαδέλφη, ο παλιός υποστηρικτικός συμπρωταγωνιστής σε αντίθεση με τον νεώτερο ιδιοτελή της υποχθόνιας εκδίκησης, ο δοτικός ερωτευμένος σύζυγος, η συμπονετική πιστή φίλη και ο συνταξιούχος αστυνόμος με τον ακατάπαυτο ζήλο της εξιχνίασης του σκοτεινού θανάτου της Μαρίας Σαντά.

Της αδικαίωτης των θεατρικών της ονείρων, που παραλληλίζεται με την ηρωίδα του Τένεσι Ουίλιαμς στο «Γλυκό πουλί της νιότης».  Ωστόσο, η δική του μένει ασυμβίβαστη ενάντια στη ματαίωσή τους, όπως και απέναντι στην ηλικιακή παρακμή. Εξ ου και πάνω από τη φθορά του χρόνου και την επιβουλή του θανάτου θα επιλέξει να παίξει τον τελευταίο της ρόλο, σκηνοθετώντας την οριστική απόσυρση στη σιωπή με την ανεπίστροφη φυγή της.

Ένα ακόμα συγγραφικό κατόρθωμα μυθιστορηματικής δημιουργίας με την προσωπική σφραγίδα του Σταύρου Χριστοδούλου.

«Αν μιλούσε η σιωπή, αν φυσούσε, αν ξέσπαγε, θα ξερίζωνε όλα τα δέντρα του κόσμου», γράφει ο Βρεττάκος, κι από αυτόν τον ψίθυρο που απειλεί να γίνει θύελλα αρχίζει να ανοίγει το μυθιστόρημα του Σταύρου Χριστοδούλου Έξι λεπτά ακόμα. Σαν να σηκώνεται μια κουρτίνα αργά, να φανερώνει μια γυναίκα μόνη μπροστά στο πορτρέτο της, μια σκιά που επιστρέφει για να μετρήσει το βάρος της ζωής της λίγο πριν εξαφανιστεί. Η Μαρία Σαντά, μια ηθοποιός που έζησε ανάμεσα στο όνειρο και στην απόσυρση, ρίχνει το τελευταίο της βλέμμα στη νεανική της μορφή και αρχίζει να μιλά, όχι δυνατά, μα προς τα μέσα, εκεί όπου οι ρόλοι δεν έχουν πια μανδύες και οι φωτισμοί πέφτουν κάθετα, ανελέητα.
Σ’ αυτά τα έξι λεπτά η μνήμη της γίνεται ένα άγριο, φωτεινό ποτάμι. Επιστρέφουν πρόσωπα που πια δεν υπάρχουν. Ο πατέρας που όριζε τα όρια του σπιτιού σαν να ήταν τα σύνορα ενός μικρού βασιλείου. Η μητέρα που έσβηνε αθόρυβα, διδάσκοντας τη γλυκύτητα ως τρόπο υποχώρησης. Η θεία που της άνοιξε μια χαραμάδα προς τον μύθο, που κατάλαβε το ταλέντο της αλλά της υπενθύμιζε πως από εκεί περνά και η πτώση. Και έπειτα οι αντρικές φιγούρες που της έταξαν καταφύγια, αλλά δεν μπόρεσαν να σηκώσουν το βάρος της επιθυμίας της για φως. Η Μαρία δεν γεννήθηκε για σταθερότητες. Ήταν πλασμένη για τη σπατάλη του πάθους, για εκείνη τη ριψοκίνδυνη λάμψη που μπορεί να καεί σε μια στιγμή. Η δεκαετία του ’50 απλώνεται στο μυθιστόρημα σαν φιλμ θαμπό από τη σκόνη του χρόνου. Μια Ελλάδα που παλεύει να σταθεί, μια κοινωνία που αγαπά τα πρόσωπα όσο αυτά λάμπουν και τα ξεχνά μόλις μετακινηθούν λίγο έξω από τη σκηνή. Η Τσινετσιτά μοιάζει μακρινή όαση, υπόσχεση διαφυγής από τη μιζέρια και τη σιωπή. Κι ωστόσο, η πραγματικότητα της Μαρίας υπήρξε ένα συνεχές πέρασμα από την προσδοκία στη διάψευση. Έμαθε από μικρή πως οι γυναίκες καλούνται συχνά να παίξουν ρόλους που δεν διάλεξαν, ενώ η δική της λαχτάρα ήταν πάντα να γράψει τον δικό της.
Η Πινακοθήκη, όπου η ηρωίδα καταλήγει, δεν είναι απλά ο τελευταίος σταθμός της. Είναι ένας τόπος κρίσης, ένας καθρέφτης που δεν κάνει εκπτώσεις. Κάτω από την αυστηρή του σιωπή, η Μαρία βλέπει όχι μόνο αυτό που υπήρξε, αλλά κι εκείνο που δεν κατάφερε ποτέ να γίνει. Ο Χριστοδούλου υφαίνει αυτή τη διαδρομή με λόγο τρυφερό και διαυγή, κινηματογραφικό σχεδόν, αναδεικνύοντας την εύθραυστη λάμψη μιας γυναίκας που αρνήθηκε να ζήσει χωρίς όνειρο, ακόμα κι όταν το όνειρο άρχισε να τη φθείρει.
Και τότε, μέσα σε αυτά τα έξι λεπτά, η ζωή της ξαναγράφεται. Κάθε πρόσωπο επανέρχεται σαν σκιά, κάθε εικόνα σαν σπίθα. Η Μαρία καταλύει τον μύθο της και τον ξαναχτίζει, αναμετριέται με τον χρόνο, με την παρεξήγηση της ύπαρξης, με εκείνο το λεπτό νήμα που ενώνει το «υπήρξα» με το «θα ήθελα να υπάρξω». Και το μυθιστόρημα, αντί να απαντήσει, αφήνει το κενό να φωτιστεί. Το κενό της ζωής που δεν χωράει στο θέατρο, μα ζητά να ακουστεί. Το Έξι λεπτά ακόμα είναι ένα βιβλίο που δεν φωνάζει αλλά ανασαίνει. Υψώνει για μια στιγμή το πέπλο πάνω από τις αφανείς ζωές και δείχνει πως καμία ύπαρξη δεν είναι πραγματικά «θαμπή».
Η λογοτεχνία γίνεται ο τόπος όπου η σιωπή σηκώνεται από το πάτωμα και αποκτά σώμα και εκεί, μέσα σε έναν αναστεναγμό, η Μαρία Σαντά ξαναβρίσκει τη σκηνή της. Έστω για έξι λεπτά. Ερωτήματα γεννιούνται από αυτό το βιβλίο προς τα έσω μας, και προκαλούν συζήτηση και προβληματισμό. Τι νόημα έχει μια θαμπή ζωή που επισκιάζεται από έναν ανάξιο θάνατο; Πόσο μακριά μπορεί να φτάσει η μοναξιά μιας γυναίκας όταν η δόξα γίνεται παρελθόν; Ποιο είναι το τίμημα της επιθυμίας να ζεις σαν ήρωας ακόμα και στις πιο προσωπικές στιγμές σου; Ποιοι ρόλοι μας κρατούν δέσμιους και ποιοι μας απελευθερώνουν; Τι σημαίνει να ζεις με πάθος και δημιουργική αυθαιρεσία, ακόμα και όταν κανείς δεν παρατηρεί την ύπαρξή σου; Καλοτάξιδο Σταύρο Χριστοδούλου!

«Τι νόημα έχει μια θαμπή ζωή που επισκιάζεται από έναν ανάξιο θάνατο; Η Μαρία ερμήνευσε την τελευταία της σκηνή μ’ όλους τους προβολείς στραμμένους πάνω της. Αυτό κρατήστε μόνο».
Όλοι οι καλλιτέχνες έχουν ως βασική τους επιδίωξη την υστεροφημία και κινούνται από τη ματαιοδοξία τους. Έτσι και η ηθοποιός μιας άλλης εποχής, η Μαρία Σαντά, που βρίσκεται νεκρή στην Εθνική Πινακοθήκη στα ογδόντα πέντε της χρόνια, υπήρξε μία γυναίκα παθιασμένη και φιλόδοξη.
Η Μαρία Σαντά κατόρθωσε να γίνει ηθοποιός σε πείσμα της οικογένειάς της και ιδίως του πατέρα της, ο οποίος επουδενί δεν ήθελε να δει την κόρη του να γίνεται θεατρίνα. Γνώρισε το θέατρο από κοντά για πρώτη φορά όταν βρισκόταν στο κατώφλι της εφηβείας, όταν παρακολούθησε μία θεατρική παράσταση μαζί με την Άσπα, τη θεία της, μοδίστρα στο επάγγελμα, εκείνη που έραβε συχνά και κουστούμια για ηθοποιούς στο θέατρο. Από τότε ερωτεύτηκε τον μαγικό κόσμο του θεάτρου και της υποκριτικής και, φοιτώντας στο Εθνικό Θέατρο, το έβαλε σκοπό της ζωής της να γίνει μία τρανή ηθοποιός.
Μαζί με το θέατρο ερωτεύτηκε παράφορα και τον άντρα της, τον Στέφανο Τσουκαλά, ελληνοϊταλό. Αυτός θα πιστέψει σε αυτήν και θα την πάρει μαζί του στη Ρώμη προκειμένου να υλοποιήσει το μεγάλο της όνειρο, να μπει στα στούντιο της Τσινετσιτά. Θα τα καταφέρει άραγε; Διότι ο κόσμος του θεάματος κάθε άλλο παρά καθαρός και εύκολος είναι…
Όταν ο Στέφανος θα πεθάνει πρώτος, καθότι δεκαεννέα ολόκληρα χρόνια μεγαλύτερός της, η Μαρία θα επιστρέψει στην Ελλάδα, όχι, όμως, ως θριαμβεύτρια, αλλά ως αποτυχημένη ερμηνεύτρια. Εκεί, στην Αθήνα, θα κάνει το μοιραίο λάθος να νομίσει ότι και το θέατρο είναι η αληθινή ζωή: θα ερωτευτεί για δεύτερη φορά έναν νεαρό και αυτός θα γίνει ο Δούρειος Ίππος της. Άραγε ο μυστηριώδης θάνατός της στην Πινακοθήκη είναι προσχεδιασμένος; Πρόκειται για αυτοκτονία ή μήπως για δολοφονία; Ή μήπως τίποτε από τα δύο;
Ο συγγραφέας από τη Λευκωσία, Στέφανος Χριστοδούλου, μας ξεναγεί στον κόσμο του θεάματος και λύνει το μυστήριο στο τέλος του μυθιστορήματός του που ακούει στον τίτλο «Έξι λεπτά ακόμα». Διότι σε αυτά τα έξι λεπτά έως ότου η ηλικιωμένη πλέον ηρωίδα μας αφήσει την τελευταία της πνοή, προβαίνει σε μία πλήρη επισκόπηση του βίου της, στον ύστερό της θεατρικό μονόλογο, τον τελευταίο ρόλο που καλείται να παίξει σε αυτή τη ζωή. Αυτόν τον τρόπο επιλέγει ο συγγραφέας προκειμένου να μας αφηγηθεί καρέ καρέ τα πεπραγμένα της και ολόκληρη τη ζωή της, από τα γεννοφάσκια της μέχρι και το άδοξο τέλος του βίου της.
Ο μονόλογος αυτός θα φωτίσει όλες τις όψεις του ψυχισμού μιας γυναίκας που έζησε παραμελημένη από την οικογένειά της, μιας γυναίκας που αγάπησε και αγαπήθηκε από της θεία της, την αδελφή της μάνας της, αλλά και από τον Στέφανο, που προσπάθησε να υλοποιήσει τις φιλοδοξίες της.
Μια γυναικεία κατάθεση ψυχής γραμμένη από μια ανδρική πένα, η οποία, όμως, κατορθώνει να διεισδύσει στον ψυχισμό της με τρόπο αξιοθαύμαστο και μοναδικό.
«Τώρα πια δεν ξέρω τι να ευχηθώ. Για το θέατρο σίγουρα δεν με νοιάζει, δεν έχω άλλες εκκρεμότητες. Και με τους άντρες τελείωσα. Μπορεί να μην γνώρισα πολλούς, αλλά πήρα αρκετές συγκινήσεις. Δεν χρειάζομαι άλλες. Όταν στερέψουν οι ευχές, νιώθεις πως έρχεται το γήρας. Αυτό σκέφτομαι. Σαν να μη προσδοκείς τίποτα πλέον».

Βίντεο