Μαύρο φλαμίνγκο

Συγγραφέας: Σταύρος Χριστοδούλου

ISBN: 978-960-03-7161-1

Σκληρό εξώφυλλο

Σελ. 400
Ημ. Κυκλοφορίας: 11 Οκτωβρίου 2023
Εκδόσεις: Καστανιώτη

Category: Product ID: 2107

Description

Η αυγή της δεκαετίας του ’90 βρίσκει την οικογένεια Πεχλιβανίδη, όπως εκατομμύρια κατοίκους της Γεωργίας, μετέωρη πάνω από τα συντρίμμια που προκάλεσε η εκκωφαντική κατάρρευση του παλιού καθεστώτος. Κι όταν, πολύ γρήγορα, νιώθουν ηττημένοι στη μάχη της επιβίωσης, παίρνουν τον δύσκολο δρόμο της προσφυγιάς, αναζητώντας καταφύγιο σε μια ουσιαστικά άγνωστη πατρίδα.

Το βιβλίο ακολουθεί τις πατημασιές του Λεβάν, του γιου της οικογένειας, καθώς μεγαλώνει στις φτωχογειτονιές της Αθήνας. Προσπαθώντας να αποτινάξει τη ρετσινιά του «Ρωσοπόντιου», καταλήγει στη Σχολή Πυγμαχίας του Ερμή Σαραντάκου, τη σκοτεινή μήτρα που θα του χαρίσει μια δεύτερη ζωή. Σε αυτό το άντρο του φόβου θα αναζητήσει τη νέα του ταυτότητα και θα βρεθεί αντιμέτωπος με τα πιο βίαια ένστικτά του.

Τι σπρώχνει ένα αποσυνάγωγο παιδί στη σκοτεινιά του μίσους, κάτω από τη σκιά μιας τοξικής ιδεολογίας που γεννά τη βία;

Σε αυτό το ερώτημα πασχίζει να απαντήσει το Μαύρο φλαμίνγκο. Ένα βιβλίο για τα ματαιωμένα όνειρα και τις υποθηκευμένες ζωές.

Κριτικές

Ο Λεβάν είναι γιος μιας οικογένειας Ρωσοπόντιων που αναγκάστηκαν, μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ και τις νέες οικονομικές συνθήκες, να έρθουν στην Ελλάδα για μια νέα αρχή. Φορτωμένοι μνήμες και νοσταλγία, οι γονείς του αφοσιώνονται στη δουλειά, αποξενώνονται κι ο Λεβάν μεγαλώνει στις φτωχογειτονιές της Αθήνας προσπαθώντας να γλυτώσει από τις φραστικές επιθέσεις των συμμαθητών του. Όταν γίνεται μέλος μιας Σχολής Πυγμαχίας έρχεται αντιμέτωπος με μια νέα πραγματικότητα, ικανή να ξυπνήσει ακόμη και τα πιο βίαια ένστικτά του.

Ο Σταύρος Χριστοδούλου έγραψε ένα δυνατό κείμενο γύρω από τις δύσκολες περιστάσεις που ανάγκασαν χιλιάδες οικογένειες να ακολουθήσουν τον δρόμο της προσφυγιάς και ταυτόχρονα στηλιτεύει τον εθνικισμό και τον ρατσισμό μέσα από μια σειρά γεγονότων που βιώνει ένας γιος προσφύγων, ένα παιδί σχεδόν παρατημένο στην τύχη του, φορτωμένο μίσος και οργή για τη νέα του πατρίδα. Μέσα από διαρκή πρωθύστερα, γνωρίζουμε καλύτερα τα μέλη της οικογένειάς του, το παρελθόν τους, τα βιώματά τους, τους δεσμούς μεταξύ τους, την καθημερινότητα στη Γεωργία πριν και μετά το 1992, τις συνθήκες που τους οδηγούν να πάρουν σημαντικές αποφάσεις για τη ζωή τους και τις συνέπειες της προσφυγιάς τους. Σε αυτόν τον αγώνα επιβίωσης προστίθεται και ο έφηβος Λεβάν που παλεύει να γίνει κάτι, να ενταχθεί κάπου, σε μια εποχή και σε μια χώρα με ολοένα αυξανόμενο ρατσισμό και ξενοφοβία. Άφθαστος ρεαλισμός, ποικίλοι χαρακτήρες, καλομελετημένα ψυχογραφήματα, σωστή και προσεκτική πλοκή με αλληλένδετες εξελίξεις, μια διαφορετική ματιά στην Αθήνα της φτώχειας, της ανέχειας και του ανερχόμενου εθνικισμού είναι στοιχεία που με κράτησαν ως το τέλος και με γέμισαν προβληματισμό και αντικρουόμενα συναισθήματα.

Μέσα από την ιστορία του Λέοντα και της Ανατολής Πεχλιβανίδη που εγκατέλειψαν την Τσάλκα κι έφτασαν στο Ρουστάβι το 1957 παρακολουθούμε τους αγώνες τους για ένα καλύτερο αύριο, τον ελάχιστο ελεύθερο χρόνο τους που σπαταλιέται σε συγκεκριμένα μέρη (Σπίτι της Κουλτούρας) και με συγκεκριμένες δραστηριότητες, καθώς και την καθημερινότητά τους στη νεόδμητη χρουστσόφσκα, όπως ονομάζονταν οι πολυκατοικίες που στεγάζανε εργάτες από τις Δημοκρατίες της ευρύτερης σοβιετικής πατρίδας. Άλλωστε και το Ρουστάβι είναι μια πόλη που ιδρύθηκε τη δεκαετία του 1940 ακριβώς γι’ αυτόν τον σκοπό, να κατοικηθεί από εργάτες που θα δουλεύουν στο Εργοστάσιο Μεταλλουργίας και στο Χημικό αλλά και σε μικρότερες βιομηχανίες. «Αυτή η πόλη μάς έχει στραγγίξει και την τελευταία ρανίδα αθωότητας», λέει ένας παλιός δάσκαλος. Παράλληλα ξεδιπλώνεται η ιστορία της Συμέλας και του Ξενοφώντα τη δεκαετία του 1990 που ζουν μια επαναλαμβανόμενη και πληκτική ζωή, χωρίς ελπίδα, με τη Συμέλα και τον αδερφό της να έχουν μεγαλώσει με αυστηρότητα και επιμονή στη μόρφωση από τη μητέρα τους: «-Σ’ αυτή τη χώρα μοναδική περιουσία σας είναι η μόρφωσή σας… Αλλιώς θα σας καταπιεί κι εσάς η φάμπρικα» (σελ. 33). Πλέον η Συμέλα δουλεύει στη Δημοτική Βιβλιοθήκη κι έχει μείνει η μόνη υπάλληλος, «όχι επειδή ήταν η καλύτερη βιβλιοθηκονόμος ή έστω η πιο τυχερή, αλλά επειδή ήταν η πιο χαμηλόμισθη»!

Στην οδό Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι 7, μέσα σε 32 τετραγωνικά, ζουν έξι ψυχές με ελάχιστα έπιπλα και χωρίς ηλεκτρισμό για μεγάλο διάστημα, τίμημα για την ανεξαρτησία της Γεωργίας έναν χρόνο πριν που την ακολούθησε η διάλυση της ΕΣΣΔ. «Στο εργοστάσιο περίσσευε ο φόβος και η ανασφάλεια. Στο σχολείο τα παιδιά μαράζωναν στις κρύες αίθουσες» (σελ. 22). Μια τραχιά πραγματικότητα είναι αυτή η απρόσμενη αλλαγή στη ζωή των κατοίκων, όλοι τους όμως είναι γερά σκαριά κι έτσι κάνουν πέρα τις κακουχίες και καταπίνουν τον θυμό τους, άλλωστε δεν ανέχονται και δε δέχονται όποιον σιγοντάρει τους Ρώσους, αφού δε θέλουν με τίποτα την αγκαλιά της μαμάς Ρωσίας. «Η σιωπή όμως, σε αυτή την αχανή σοβιετική πατρίδα, που την έλουζε επί δεκαετίες το χλωμό φως της νόρμας και της ακινησίας, ήταν σίγουρα ο πιο ασφαλής τρόπος για να επιβιώσουν οι μυαλωμένοι» (σελ. 40). Ο αδελφός της Συμέλας παίρνει την απόφαση το 1993 να κατέβει στην Ελλάδα με την οικογένειά του και η Συμέλα, μέσα από μια σειρά αναπάντεχων γεγονότων, θα ακολουθήσει το παράδειγμά του, παρά τις αντιρρήσεις του Ξενοφώντα που παραμένει οπισθοδρομικός και καθόλου ρηξικέλευθος, πιστός στη νόρμα και στις αρχές που είχε μάθει να ακολουθεί. Φίλοι και συγγενείς περνάνε από τις σελίδες του μυθιστορήματος ζωντανεύοντας τις διαφορετικές χρονικά περιόδους, βιώνοντας διάφορες περιπέτειες που αντικατοπτρίζουν τις εκάστοτε συνθήκες κι ανάμεσά τους ξεχωρίζω το ιδιαίτερο ζευγάρι Ίνγκα Νίνιτζε και Τέμουρ Γκογκάτζε, που είναι οι καλύτεροι φίλοι της Συμέλας. Οι ζωές τους μπλέκονται μαζί της και χάνονται ξανά και ξανά για διάφορους λόγους, μέχρι που απέκτησαν τη Σόφικο, την οποία η Ίνγκα μεγάλωσε με αυστηρότητα. Δεν έχει χρόνο να χαϊδεύει και να κανακεύει το παιδί της, της μεταφέρει όλες τις ανασφάλειες και τις φοβίες της, τη μιζέρια της, τη μοναξιά της.

Αυτά τα πρόσωπα, φορτωμένα με τις εμπειρίες, τις εικόνες, τις ανασφάλειες και τα άγχη που ξεδιπλώθηκαν στο άτυπο πρώτο μέρος του μυθιστορήματος φτάνουν τμηματικά στην Ελλάδα του 1994. Οικοδομή, λαχαναγορά του Ρέντη, ένα ξενοδοχείο στην πλατεία Καραϊσκάκη, μια στέγη στη Λένορμαν και στα Πετράλωνα. Τα πρώτα βήματα μιας δύσκολης, σκληρής, ανασφάλιστης και αβέβαιης ζωής, η οποία συνεχίζει να εμπλουτίζεται με παρένθετες ιστορίες που φέρνουν τους ήρωες σε νέα διλήμματα, τους ωθούν σε πράξεις που δεν ήξεραν ότι μπορούν να τις κάνουν, τους χαρίζουν νέους έρωτες, καινούργιες ευκαιρίες, ίσα να σηκώνουν το κεφάλι τους από το νερό στο οποίο βουλιάζει η καθημερινότητά τους. Η πτυχιούχος Συμέλα κάνει δουλειές του ποδαριού, κάτι που γεμίζει ενοχές τον Ξενοφώντα, αφού νιώθει ανίκανος και ανήμπορος να της προσφέρει κάτι καλύτερο και δεν μπορεί να τη βοηθήσει ουσιαστικά. Σκάλες και άπλυτα ρούχα δεν της αξίζουν για μεροκάματο αλλά τι άλλο μπορεί να γίνει αφού δεν υπάρχουν δουλειές; Ακόμη και ως ζευγάρι, παρασύρεται από τη μονοτονία, πλέον δεν έχουν και πολλά να πουν, ο καθένας επιστρέφει σ’ ένα σπίτι τόσο γεμάτο όπου κανείς δε λείπει σε κανέναν! «Κι εκείνη δεν ήταν μια Συμέλα αλλά πολλές, ανάλογα με τις ανάγκες της στιγμής: μάνα και κόρη και σύζυγος -ένας ρευστός εαυτός που χωρούσε με το ζόρι στα συγκοινωνούντα δοχεία που συνέθεταν τη ζωή της» (σελ. 98).

Με πόση τέχνη ο συγγραφέας διαλύει σταδιακά τις ζωές τους! Ο Ξενοφώντας μένει κλεισμένος στο καβούκι του: δουλειά, φαΐ, τηλεόραση, ύπνος, ξανά δουλειά. «Λίγες κουβέντες, μετρημένες, όσο και το μεροκάματο» (σελ. 99). Ακόμη και η καινούργια αρχή είναι συννεφιασμένη: «Ένα αίσθημα παραίτησης που ροκάνιζε τα θεμέλια της σχέσης τους. Η έλλειψη εσωτερικής δύναμης να ξεκινήσουν ξανά από το σημείο μηδέν» (σελ. 105). Και τελικά με τον καιρό: «η ρωγμή ανάμεσά τους είχε βαθύνει τόσο που αποκάλυψε την ένδεια των συναισθημάτων τους» (σελ. 108). Ταυτόχρονα, διάχυτη η υποτίμηση και η περιφρόνηση από τους γύρω τους. Δύσκολη η ζωή: «Το καθετί εδώ έπρεπε να το κερδίσουν. Δεν χαριζόταν τίποτε σε κανέναν» (σελ. 109). Δουλειά, δουλειά, δουλειά. Αυτή η προσπάθεια επιβίωσης σε μια αφιλόξενη πόλη εξοντώνει τον Ξενοφώντα, αισθάνεται κουρασμένος ή μάλλον οριστικά νικημένος. Καχυποψία, προσβολές, ταπεινώσεις, αγωνιώδης προσπάθεια να νιώσουν λιγότερο ξένοι είναι καταστάσεις που τους φθείρουν. Ομολογώ ότι συγκινήθηκα με τις αναπάντεχες εξελίξεις στη ζωή της Συμέλας, μιας γυναίκας που ωριμάζει μέσα από τις επιλογές της ενώ οι βαθιά ανθρώπινες και απολύτως φυσιολογικές πράξεις της βοηθάνε το κείμενο να μην καταντήσει μελό ή γεμάτο στερεότυπα. Χάρηκα με κάποια γεγονότα, μπήκα όμως σε προβληματισμό όπως κι εκείνη και νομίζω πως οι λύσεις που έδωσε ήταν ό,τι σωστότερο μπορούσε να κάνει. Ο Ξενοφών και η Συμέλα είναι ένα ζευγάρι που τις ιστορίες τους θα τις θυμάμαι για πάντα.

Πώς μεγαλώνει λοιπόν ο έφηβος πια Λεβάν σ’ ένα σπίτι με ησυχία, αδιαφορία, συνεχείς μετακινήσεις για ένα καλύτερο αύριο που δεν έρχεται ποτέ; Μ’ έναν πατέρα που δυναμώνει την τηλεόραση για να μην ακούει, μια μητέρα που πηγαινοέρχεται ανάμεσα σε δυο δουλειές, ανάμεσα στα «θέλω» και τα «πρέπει» της; Νιώθει δεμένος σε μια πνιγηρή καθημερινότητα που βυθίζει τη ζωή τους σε μια ατέλειωτη μονοτονία. Θέλει να τον αφήνουν ήσυχο στη μοναξιά του, δεν αντιμιλάει στους συμμαθητές που τον κοροϊδεύουν αποκαλώντας τον «Ρώσο». Αγάπη είναι το μόνο που θυμάται από τη ζωή στη Γεωργία κι ένα διαμέρισμα που φαινόταν μεγάλο κι ας μην ήταν. Τώρα ο Λεβάν «καταπίνει αχόρταγα τα χιλιόμετρα της εφηβείας του», απομακρύνεται από την οικογενειακή φωλιά, ξεκόβει από τη μητρική φροντίδα. Και ο έρωτας; Που σαρώνει τα πάντα στο πέρασμά του; Θα καταφέρει να εμποδίσει το ξύπνημα του λέοντα μέσα του; Έχουμε φτάσει πλέον στις αρχές του 2000 και ο Λεβάν, πάλι μέσα από μια σειρά γεγονότων, γίνεται μέλος σε μια σχολή πυγμαχίας που στην πραγματικότητα είναι φυτώριο ακραίου εθνικισμού και πατριωτισμού. Ο ιδιοκτήτης του, Ερμής Σαραντάκος, τον διπλαρώνει και τον χειρίζεται με τέτοιο τρόπο που ο νεαρός μπαίνει για τα καλά σε μια κατάσταση που θα τον φέρει αντιμέτωπο με βαθιά κρυμμένα ένστικτα. Για τον Λεβάν ο Ερμής είναι άντρας με αυτοπεποίθηση και δύναμη, ατρόμητος, το αντίθετο δηλαδή από τον πατέρα του, κι έτσι ενστερνίζεται την ιδεολογία του Ερμή για ξεβρόμισμα της πατρίδας «από τους Εβραίους, τους αναρχικούς, τα κομμούνια, τις αδερφές, τους αράπηδες» που μαγαρίζουν τον τόπο μας. «Η πατρίδα σε μια γροθιά»! Η γνωριμία με τον Λευτέρη και η σταδιακή του ένταξη στο γυμναστήριο τον κάνει επιτέλους να νιώθει συμβατός, ότι ταιριάζει με κάποιους, είναι μέλος μιας παρέας κι όλοι μαζί «αφεντικά εκείνης της χαοτικής πόλης με τα αρχαία θεμέλια» (σελ. 196)! Αργά αλλά σταθερά αρχίζει να παίρνει την κατηφόρα, να αντικρίζει έναν εαυτό κρυφό, με αρρωστημένη έλξη σε πρωτόγονες ορμές, κι αυτό δεν μπορεί να τον κρατήσει μακριά από τον ζόφο! Και το οικογενειακό του υπόβαθρο; Η καταγωγή του; Θα καταφέρουν αυτά να τον σώσουν εγκαίρως ή θα υπαναχωρήσουν μπροστά στα νέα συναισθήματα;

Γεωργία, Ελλάδα και Κύπρος είναι οι τόποι δράσης μιας αφήγησης που κυλάει σα νερό, με ενδιαφέροντες χαρακτήρες, αναπάντεχες εξελίξεις και ποικίλες οπτικές γωνίες αφήγησης, που μας συστήνουν τα γεγονότα από κάθε πλευρά. «…οι εκπατρισμένοι μαθαίνουν να ζουν κάτω από τη σκιά μιας προσωρινότητας, γεγονός που τους κάνει τόσο επιρρεπείς στους νοσταλγικούς ακροβατισμούς. Ακόμα κι αν η νοσταλγία εξωραΐζει το παρελθόν» (σελ. 203). Μετέωροι λοιπόν ανάμεσα στο εκεί και στο εδώ, με τις φτωχογειτονιές της Αθήνας (Πετράλωνα, Ρουφ, Ομόνοια, Μεταξουργείο, Γκάζι, Αχαρνών, Λένορμαν, αλλά και Καισαριανή, Νεάπολη, πλατεία Βικτωρίας) να τους αγκαλιάζουν αλλά και να τους διώχνουν, οι ήρωες του μυθιστορήματος ψάχνουν τη λύτρωση κι έναν τόπο να ριζώσουν. Τι συνέπειες θα έχει αυτό στις μεταξύ τους σχέσεις; Ποιος φταίει σε κρίσιμες αποφάσεις;

Το «Μαύρο φλαμίνγκο» είναι ένα συναρπαστικό, πολυεπίπεδο κοινωνικό μυθιστόρημα, γεμάτο χαρακτήρες και απανωτές εξελίξεις που αντικατοπτρίζουν τις συνθήκες επιβίωσης στη Γεωργία πριν και μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ αλλά και στην Ελλάδα την εποχή της αύξησης του ρατσισμού. Είναι μια βαθιά τομή στις αποφάσεις που καλούνται να πάρουν άνθρωποι υποταγμένοι σε μια τραχιά καθημερινότητα, γεμάτοι ελπίδα για ένα αύριο που αποδεικνύεται σκληρό, ρατσιστικό και εθνοκεντρικό. Μια καθημερινότητα που απομυζεί την ανθρωπιά και την αγάπη, αφήνει να παρεισφρήσουν ψεύτικες ελπίδες για μια πλαστή πραγματικότητα και οδηγεί ένα παιδί με αβέβαιο παρόν και επισφαλές μέλλον να πάρει αποφάσεις που θα το φέρουν αντιμέτωπο με τη σκοτεινή πλευρά της πόλης και της ζωής. Πού φταίνε οι γονείς και πού φταίει το ίδιο το παιδί; Ποια είναι η στιγμή που αλλάζουν τα πάντα; Και τι γίνεται μετά; Μια ιστορία που ξεδιπλώνεται κυρίως από το 1992 έως το 2018, οπότε και φτάνουμε εκεί που επιστρέφει κάθε χρόνο το μαύρο φλαμίνγκο, και μας συστήνει ενδιαφέροντες και ολοκληρωμένους χαρακτήρες μέσα από διαρκή πρωθύστερα. Καταγράφει με ρεαλισμό τις οικογενειακές στιγμές ανθρώπων που αναζητούν ένα καλύτερο αύριο σε μια χώρα που δεν τους θέλει, τις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες που τους λυγίζουν, την καθημερινότητά τους στη χώρα που άφησαν πίσω αλλά στη νέα πατρίδα και μου χάρισε προβληματισμό, συγκίνηση και ενδιαφέρον για τις τύχες των χαρακτήρων.[/vc_column_text]

Βίντεο